βραδυπορία

βραδυπορία
η
1) медленный шаг; 2) запаздывание; отставание (при ходьбе)

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужен реферат?

Смотреть что такое "βραδυπορία" в других словарях:

  • βραδυπορία — η η βραδύτητα στην κίνηση, η αργοπορία: Η υπερβολική κίνηση στο κέντρο της πόλης προκαλεί βραδυπορία των οχημάτων …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • βραδυπορία — η [βραδυπόρος] το να περπατάει αργά κάποιος …   Dictionary of Greek

  • Sotiris Dimitríu — (Atenas, 2008). Sotiris Dimitríu (en griego Σωτήρης Δημητρίου) (Ambelona de Cesprotía, 1955) es un escritor griego. Desde 1985 ha publicado cuatro colecciones de relatos breves, tres narraciones más extensas y un libro de poemas. Ha merecido… …   Wikipedia Español

  • αργοπορία — η (Μ ἀργοπορία) βραδυπορία, καθυστέρηση. [ΕΤΥΜΟΛ. < μσν. *αργοπόρος < αργός (II) + πορος < πόρος] …   Dictionary of Greek

  • πολιτιστικός — ή, ό, Ν 1. (κοινων.) αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στον πνευματικό, ιδίως, πολιτισμό και στα επιμέρους στοιχεία του 2. ο πολιτισμικός 3. φρ. α) «πολιτιστική εξέλιξη» η ανάπτυξη ενός πολιτισμού από τις απλούστερες προς τις πιο πολύπλοκες μορφές με …   Dictionary of Greek

  • χελωνοειδής — ές, ΝΜ αυτός που μοιάζει με χελώνα στο σχήμα ή στη βραδυπορία νεοελλ. το ουδ. ως ουσ. τα χελωνοειδή ζωολ. παλαιότερη ονομασία για τα χελώνια. επίρρ... χελωνοειδώς Ν με αργή κίνηση, σαν τη χελώνα. [ΕΤΥΜΟΛ. < χελώνη + ειδής*] …   Dictionary of Greek

  • οπίσω — και πίσω επίρρ. τοπ. 1. το αντίθετο μέρος του εμπρός: Ούτε πίσω ούτε εμπρός. 2. το μη θεατό μέρος πράγματος: Κρύφτηκε πίσω από το δέντρο. 3. αντίθετη κατεύθυνση, κατεύθυνση προς το σημείο αφετηρίας: Το ποτάμι δε γυρίζει πίσω. 4. ακολουθία, κατόπι …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»